Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Σουτιέν κόκκινο στο αίμα

«Δεν ξέρω, δεν τον σκότωσα εγώ… Εγώ είπα μόνο ότι θα τον πάω στο σημείο που συμφωνήσαμε και τα άλλα θα τα έκανε εκείνος…». Η ώρα είχε πάει τρεις το πρωί και η μελαχρινή, πληθωρική γυναίκα είχε μόλις αρχίσει να «σπάει». Από τις... 
...2 το μεσημέρι της Δευτέρας που την πήγαν για κατάθεση στο Τμήμα Ασφάλειας του Πύργου και μέχρι εκείνη την ώρα, η Θεοδώρα Καρβελά επέμενε ότι ο άνδρας της είχε πέσει θύμα ληστείας από αγνώστους. Εκείνη, τους έλεγε, βρισκόταν πολλά μέτρα μακριά από το σημείο που τον εκτέλεσαν με δωδεκάβολα φυσίγγια κυνηγετικής καραμπίνας και ότι δεν είχε δει τίποτα, μόνο μια μηχανή και δυο άνδρες με κράνος που έφυγαν με ταχύτητα από το σημείο. 

Μετά λιποθύμησε αντικρίζοντας τον σύζυγό της νεκρό μέσα στα αίματα, ειδοποίησε την Αστυνομία και, λυπάται πολύ, αλλά δεν θυμάται τίποτε άλλο γιατί την πήγαν στο νοσοκομείο σε κατάσταση σοκ. Είχε μόλις χάσει τον άντρα της, είχε τρία παιδιά, ας σταματούσαν επιτέλους να την πιέζουν.

Οι έμπειροι άνδρες της Ασφάλειας του Πύργου δεν πίστεψαν λέξη απ’ όσα άκουγαν. Είχαν υποψιαστεί από το μεσημέρι ότι η γυναίκα που είχαν μπροστά τους τόσες ώρες έλεγε ψέματα. Τα ευρήματα στο σημείο όπου έγινε ο φόνος δεν ταίριαζαν με την ιστορία της και η εντυπωσιακή, αφράτη 40άρα, με τη μαύρη αμάνικη μπλούζα που άφηνε να φανεί προκλητικά η τιράντα από το κατακόκκινο σουτιέν της, έπεφτε συνέχεια σε αντιφάσεις.

Στην Ασφάλεια λένε ότι σε μια ανάκριση υπάρχουν δύο γλώσσες: εκείνη του στόματος και εκείνη του σώματος. Η πρώτη μπορεί να λέει ψέματα. Η δεύτερη λέει πάντα την αλήθεια και εκείνη είχε ήδη προδοθεί από τις κινήσεις της αλλά και τα στοιχεία που είχε αφήσει πίσω του ο δράστης. Υστερα από πολλές ερωτήσεις, καφέδες, κλάματα, λάθη και αντιφάσεις, τα ξημερώματα της περασμένης Τρίτης η γυναίκα του παπά ομολόγησε: ο δολοφόνος του άντρα της ήταν ο εραστής της. Τις λεπτομέρειες της εκτέλεσης τις οργάνωσαν μαζί, οι δυο τους, αλλά το έγκλημα το είχε σχεδιάσει μόνη της και μάλιστα, όπως καταθέτει πρώην εραστής της, πολλά χρόνια πριν. Μια αληθινή ιστορία βγαλμένη από μεταμεσονύχτιο σίριαλ στην τηλεόραση. Η γυναίκα-αράχνη είχε αποφασίσει να ξεφορτωθεί τον άντρα της και θα το κατάφερνε με οποιοδήποτε τίμημα. Ακόμη κι αν έπρεπε να στείλει στη φυλακή κάποιον άλλον.

«Μόνη λύση, να τον σκοτώσουμε»

«Αν μ’ αγαπάς πρέπει να με βοηθήσεις», είπε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Ξέρεις ότι δεν μπορώ να το κάνω μόνη μου κι αν πραγματικά θέλεις να είμαστε μαζί όσο θέλω κι εγώ, αυτή είναι η μόνη λύση. Να τον σκοτώσουμε». Ο Νίκος Παναγόπουλος έστριψε ένα τσιγάρο. Δεν είχε τίποτα με τον παπά, αλλά μ’ αυτή τη γυναίκα ήταν ερωτευμένος. Δεν ήθελε να τη χάσει και δεν άντεχε στη σκέψη ότι τα βράδια που δεν ήταν μαζί του έπρεπε να κοιμάται με τον άντρα της. Αυτόν που, όπως του έλεγε, την κακομεταχειριζόταν, τη χτυπούσε και από τη ζήλια του την είχε απομονώσει σε ένα έρημο χωριό. Πήρε δυο ρουφηξιές από το τσιγάρο του -κάθε φορά που ένιωθε πιεσμένος κάπνιζε ένα απ’ αυτά τα τσιγάρα- και σηκώθηκε να φορέσει το παντελόνι του. Επρεπε να κατέβουν κάτω. Ελειπαν πολλές ώρες κλεισμένοι στο δωμάτιο του μικρού πανδοχείου που είχε στο χωριό η παπαδιά και μπορεί να κινούσαν υποψίες. Το πανδοχείο «Η Γκούρα» ήταν γεμάτο ανήμερα του πανηγυριού του Δεκαπενταύγουστου, όπου ο ερωτευμένος Νίκος πήγε για να κάνει διακοπές, δήθεν σαν τυχαίος επισκέπτης του χωριού. Είχε αφήσει τη γυναίκα του και το πέντε ετών κοριτσάκι τους στην Πελοπόννησο και μαζί με έναν φίλο του είχαν οδηγήσει τόσες ώρες για να φτάσουν στη Φωκίδα και να τη συναντήσει. Ηταν τέσσερις μήνες μαζί αλλά ως ζευγάρι δεν είχαν καταφέρει να βρεθούν πολλές φορές - ο παπάς δεν την άφηνε να φεύγει, του είχε πει. 

Μια φορά είχαν κάνει έρωτα στη Ζαχάρω που είχε πάει εκείνη λέγοντας στον άντρα της ότι έχει να τακτοποιήσει κάποιες οικονομικές εκκρεμότητες μετά τον θάνατο των γονιών της (κατάγεται από το χωριό Φλόκα), μία φορά στον Πύργο και άλλη μία στην Τρίπολη, όταν πάλι εκείνη είχε βρει μια δικαιολογία για να φύγει από το σπίτι. Ο έρωτάς τους σε απόμερα ξενοδοχεία ήταν αγχωμένος, γρήγορος και κατέληγε πάντα μ’ εκείνη να κλαίει για την κακή της τύχη. Που παντρεύτηκε στα δεκατέσσερά της, που έκανε τρία παιδιά τα οποία είναι έτοιμα να φύγουν από το σπίτι -ο μεγάλος έχει κάνει τη δική του οικογένεια- και είναι καταδικασμένη να ζήσει άλλον έναν χειμώνα σε ένα χωριό στα 1.150 μέτρα υψόμετρο και 10 κατοίκους που την κοιτούν με μίσος γιατί είναι διαφορετική απ’ αυτούς. Αυτή, νέα γυναίκα, στα 43 της, γεμάτη ενέργεια και πάθος, πότε επιτέλους θα ζούσε; «Οι έξι μέρες που είμαστε εδώ μαζί είναι οι καλύτερες της ζωής μου», του είπε και τον φίλησε στο στόμα στο δωμάτιο του πανδοχείου της λίγο πριν γυρίσει στον άντρα της, που θα την περίμενε εκνευρισμένος στην ταβέρνα που ήταν στον κάτω όροφο. Ο παπάς την υποψιαζόταν. Κάτι τα κρυφά τηλεφωνήματα που έκανε συνέχεια από το κινητό της, κάτι που έπαιρνε το αυτοκίνητο και χανόταν στη Λαμία και στην Αθήνα και οι ψίθυροι που ακούγονταν στην Πυρά αλλά και πιο πέρα, στο Μαυρολιθάρι και τη Μουσουνίτσα, ότι η παπαδιά έχει διπλή ζωή, τον είχαν κάνει νευρικό. Υπήρχε συνέχεια ένταση μεταξύ τους και οι καβγάδες στο σπίτι ήταν καθημερινοί. Σ’ αυτό η παπαδιά δεν έλεγε ψέματα. Ο παπάς δεν την εμπιστευόταν και με φωνές και απειλές προσπαθούσε να την κρατήσει στο σπίτι. 

Ο Νίκος το αποφάσισε. Θα έκανε αυτό που του ζητούσε η Δώρα. Στο κάτω-κάτω, τι άντρας θα ήταν αν δεν μπορούσε να σώσει τη γυναίκα που αγαπούσε; Λίγη ώρα αργότερα κατέβηκε στην ταβέρνα. Κάθισε, παρήγγειλε μια μπίρα και όταν ήρθε εκείνη να του σερβίρει, της είπε. «Εντάξει, θα το κάνουμε. Πες μου πότε». Εδωσαν ραντεβού για αργότερα στο δωμάτιό του και αυτή η φορά ήταν η τελευταία που οι δυο παράνομοι εραστές θα έκαναν έρωτα στα κρυφά. 

Φαίνοταν εύκολο

Το σχέδιο της δολοφονίας φαινόταν εύκολο. Η Δώρα τα είχε σκεφτεί όλα. Θα έπειθε τον άντρα της να κατέβουν στο χωριό της, στην Ηλεία. Το σημείο που είχε επιλέξει για την εκτέλεση απείχε από τους κοντινούς Κρουνούς όπου ζούσε ο Νίκος μόλις μερικά χιλιόμετρα. Ετσι, δεν θα χρειαζόταν να λείψει πολλή ώρα από το σπίτι του και κανείς δεν θα τον υποψιαζόταν. Η γυναίκα του, που είχε ένα ατύχημα πρόσφατα και αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, είχε μετακομίσει στον Πύργο πριν από έξι μήνες. Οταν λοιπόν θα έφταναν στο σημείο εκείνο με το αυτοκίνητο, το γκρι Fiat Punto που μόνο εκείνη οδηγούσε, θα έλεγε στον παπά ότι πρέπει να σταματήσουν για να κάνει τη φυσική ανάγκη της. Οσο εκείνη θα έλειπε, θα εμφανιζόταν ο 41χρονος Νίκος με τη μηχανή του, θα τον έβγαζε από το αυτοκίνητο και θα τον πυροβολούσε. Αμέσως μετά θα πετούσε το όπλο μέσα στο δάσος. Τα υπόλοιπα ήταν δική της δουλειά. Εκείνος το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να πυροβολήσει και να γυρίσει στο σπίτι του όσο πιο ήρεμος γινόταν. «Ναι, αλλά γιατί κάποιος να σκοτώσει έναν παπά χωρίς λόγο;» τη ρώτησε ο Νίκος. Δεν ήξερε απ’ αυτά. 

Η μόνη επαφή που είχε με όπλα ήταν η κυνηγετική καραμπίνα του. Ακόμη κι από τον Στρατό είχε πάρει απαλλακτικό I5 λόγω ψυχολογικών προβλημάτων, αλλά όσο να ’ναι καταλάβαινε ότι οι υποψίες για τη δολοφονία θα βάραιναν την αγαπημένη του και μπορεί τελικά να έφταναν και σ’ αυτόν. Η Δώρα τού εξήγησε ότι θα το έκαναν να φανεί σαν ληστεία. Θα πήγαιναν από νωρίς στην τράπεζα να κάνουν ανάληψη και θα φαινόταν σαν να τους είχε ακολουθήσει κάποιος με μια μηχανή για να τους κλέψει. Αυτό θα υποστήριζε στην κατάθεσή της στην Αστυνομία. Μπορεί να έλεγε ότι κάποιοι έπαιρναν τηλέφωνο τον παπά και τον απειλούσαν. Οτι είχε κι εκείνος κρυφή ζωή. «Σε σένα δεν θα φτάσει κανείς. Τι φοβάσαι;» του είπε τρυφερά. «Ασ’ το. Από τη Δευτέρα όλα θα αλλάξουν, θα το δεις». 

Εκαναν έρωτα άλλη μια φορά. Αυτό του άρεσε του Νίκου στη Δώρα, που δεν τον χόρταινε. Που τον ήθελε συνέχεια και του το έλεγε κάθε φορά που μιλούσαν στο τηλέφωνο. Πώς είναι δυνατόν αυτή η γυναίκα να μένει παντρεμένη με έναν συντηρητικό παπά και να ζει μόνη πάνω σε ένα βουνό με μόνη απασχόληση μια ταβέρνα και μερικά ενοικιαζόμενα δωμάτια; Αυτή η γυναίκα άξιζε μια άλλη ζωή και ο Νίκος, ένας πρώην φυλακισμένος για μικροϋποθέσεις ναρκωτικών, που δούλευε περιστασιακά στα χωράφια και τις οικοδομές, σκεφτόταν ότι ήταν έτοιμος να της την προσφέρει. 

Εξάλλου ακόμα και ο τρόπος που τη γνώρισε, στο μυαλό του Νίκου, ήταν καρμικός. Ενας φίλος του, συμμαθητής του από το σχολείο, πρώην κατάδικος των Φυλακών Μανδρινού κοντά στην Αμφισσα, που είχε καταδικαστεί για τον φόνο του πατέρα του, είχε γνωρίσει τον παπά στις φυλακές και είχαν έρθει πολύ κοντά. Στις άδειές του τον επισκεπτόταν πάντα στο πανδοχείο του, περνούσαν μέρες ολόκληρες πίνοντας κρασί και συζητώντας για τον θάνατο, την πίστη και τον Θεό. Ο παπάς, του έλεγε ο φίλος του, την είχε φιλοσοφήσει τη ζωή. 


Γι’ αυτό και έφυγε από το Μαρούσι όπου δούλευε στο φαναρτζίδικο του πατέρα του και γύρισε στο χωριό του, για να βρεθεί πιο κοντά στον εαυτό του και στη φύση, για να προσφέρει στον τόπο του. Εκεί, στο χωριό, αποφάσισε να γίνει παπάς. Οταν οι συγχωριανοί του τού είπαν ότι δεν υπάρχει ιερέας σε ολόκληρη την περιοχή, σκέφτηκε ότι αυτό ήταν σημάδι για να ακολουθήσει τον δρόμο του Θεού. Ο κατάδικος είπε στον Νίκο και για την παπαδιά. «Είναι πολύ ωραία γυναίκα, πολύ σέξι. Κι έχει κι ένα βλέμμα που σε κολάζει, αδερφέ μου. Αν θέλεις, θα σου τη γνωρίσω μια μέρα. Είναι δικιά μας, από τα μέρη μας, από το Φλόκα, κοντοχωριανή». Ο πρώην κατάδικος απέφυγε να πει στον Νίκο ότι ήταν κι εκείνος εραστής της παπαδιάς. Οτι τις νύχτες που ο παπάς κοιμόταν, εκείνος χανόταν στον έρωτα της καθόλου σεμνότυφης γυναίκας του, στα ίδια ακριβώς σεντόνια που αργότερα θα ξάπλωνε και ο Νίκος. Ούτε του αποκάλυψε ότι χώρισαν γιατί εκείνη τον πίεζε να σκοτώσουν τον παπά. «Σώσε με από τον άντρα μου. Να, εγώ θα σου δώσω και 2.300 ευρώ. Τώρα που θα αποφυλακιστείς, τα έχεις ανάγκη. Τι σου είναι να σκοτώσεις άλλη μια φορά; Εγώ σ’ αγαπάω, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα», του έλεγε πιεστικά ακόμη και στα τηλεφωνήματα που της έκανε από το καρτοτηλέφωνο των φυλακών. Ο Νίκος όμως δεν ήξερε τίποτε απ’ όλα αυτά. Ηξερε μόνο ότι τη Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου η γυναίκα της ζωής του θα φορούσε τα κόκκινα εσώρουχά της και θα τον περίμενε σε κάποιο δωμάτιο ξενοδοχείου στον Πύργο. Κι αυτή τη φορά θα την είχε για όσο ήθελε, για όσες φορές κι εκείνη τον ήθελε. 

Δεν ήταν ερωτευμένοι

Το πρωί της περασμένης Δευτέρας, ο παπάς και η παπαδιά μπήκαν πολύ νωρίς στο αυτοκίνητό τους για την Ηλεία. Το προηγούμενο βράδυ είχαν κοιμηθεί μαζί, για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό, και μια τρυφερότητα είχε αντικαταστήσει την ένταση των προηγούμενων ημερών. Δεν ήταν ερωτευμένοι, όμως είχαν ζήσει τόσα χρόνια μαζί, είχαν συνηθίσει ο ένας την παρουσία του άλλου. Εκείνη σαν ψεύτικη κούκλα στα 14, συμμαθήτρια της αδερφής του στη Σχολή Οικοκυρικών στη Νέα Ιωνία, φτωχοκόριτσο, κι εκείνος, μεγαλύτερος, ψηλός, όμορφος εκείνα τα χρόνια, που ήθελε να την κλέψει και να την κάνει γυναίκα του. 

Μπήκαν στο αυτοκίνητο, εκείνη όπως πάντα στη θέση του οδηγού, κι εκείνος δίπλα της. Θα περνούσαν μερικές μέρες οι δυο τους και μετά θα ερχόταν και ο μικρός τους γιος που θα πήγαινε τον χειμώνα σε κάποια ιερατική σχολή. Ηθελε να γίνει κι εκείνος παπάς κι ας είχε κόψει τα μαλλιά του μοντέρνα κι ας τα είχε ξυρίσει μόνο από τη μία πλευρά. Γι’ αυτά μιλούσαν στη διαδρομή. Για τα παιδιά τους, για το πρώτο τους εγγόνι που θα γεννιόταν σε έναν μήνα στην Αθήνα, για το πώς θα μπορούσαν κάποια στιγμή να μεγαλώσουν το ξενοδοχείο τους στα Πυρά. Θυμήθηκαν και τη φορά όπου πριν από δύο χρόνια βγήκαν στην τηλεόραση, στην ΕΤ3, όταν είχε έρθει το συνεργείο της εκπομπής «Κυριακή στο χωριό» στην πλατεία του Μαυρολιθαριού. Η Δώρα τα είχε πει πολύ ωραία εκείνη την ημέρα, παραδέχτηκε ο παπάς. Είχε πει ότι «σκλαβώθηκε για να βοηθήσει το χωριό του άντρα της», ότι «θυσίασε τη ζωή της στην Αθήνα για να βοηθήσει τον τουρισμό κάνοντας αυτό το μικρό ξενοδοχείο και την παραδοσιακή ταβέρνα», αλλά ότι δεν το είχε μετανιώσει, γιατί αγαπούσε την περιοχή πολύ. 

Σ’ εκείνη την εκπομπή που προβλήθηκε στις 19 Απριλίου του 2009, λίγες μέρες πριν από το Πάσχα, οι φίλοι του παπά έλεγαν γελώντας πως ο καημένος τρέχει από χωριό σε χωριό, γιατί δεν υπάρχει άλλος ιερέας να ψάλει την Αναστάσιμη Ακολουθία, και γι’ αυτό τον λόγο δεν έχουν κάνει ποτέ Ανάσταση ακριβώς στις 12 τα μεσάνυχτα. 

Το ταξίδι με το αυτοκίνητο άρεσε στον παπά και την πρεσβυτέρα του και φαίνεται ότι είχαν βρει μια συζήτηση που τους χαλάρωνε. «Θα σταματήσω στην τράπεζα να βγάλουμε λεφτά πριν πάμε στο χωριό», του είπε εκείνη, επιμένοντας στο σατανικό σχέδιο της δολοφονίας, όπως είχε πει και σ’ ένα τελευταίο τηλεφώνημα στον εραστή της. Πάρκαρε, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και λίγη ώρα αργότερα επέστρεψε με έναν φάκελο στα χέρια. Τον έδωσε στον παπά. «Κράτησε τα εσύ, δεν θέλω να έχω πολλά λεφτά πάνω μου», του είπε. Η επόμενη στάση που θα έκανε το παλιό Fiat της οικογένειας θα ήταν στην ενέδρα θανάτου που είχε στηθεί για τον παπά. Η παπαδιά, όπως είχαν συνεννοηθεί, σταμάτησε το αυτοκίνητο, κατέβηκε και απομακρύνθηκε περίπου 400 μέτρα. Οση ώρα έλειπε, ο εραστής της, αφού πάρκαρε τη μηχανή του, περπάτησε μέχρι το σταματημένο αυτοκίνητο, ζήτησε από τον παπά να βγει και τον πυροβόλησε με την καραμπίνα του στο στήθος, στην κοιλιά και στο κεφάλι. Οταν η Δώρα γύρισε στον τόπο του εγκλήματος, ο δράστης είχε ήδη φύγει. Ηταν η ώρα για τη δική της παράσταση. Μόνο που ούτε εκείνη ούτε ο εραστής της είχαν σκεφτεί τις λεπτομέρειες του εγκλήματος. Στο σημείο δεν υπήρχαν ίχνη από ρόδες μηχανής (ενώ εκείνη υποστήριζε ότι είδε τους δυο κρανιοφόρους δράστες να διαφεύγουν με μοτοσικλέτα), ο Νίκος είχε ξεχάσει να πάρει τον φάκελο με τα χρήματα που είχε το θύμα (καταρρίπτοντας την εκδοχή της ληστείας), ενώ οι γιατροί στο νοσοκομείο κατάλαβαν αμέσως ότι η Δώρα δεν είχε κανένα από τα συμπτώματα ανθρώπου που βρίσκεται σε λιποθυμικό σοκ. Οπως επίσης σκέφτηκαν ότι δεν υπάρχει καμία γυναίκα που να μη θέλει να αγκαλιάσει τον άντρα της έστω και νεκρό. Η παπαδιά, λένε οι μαρτυρίες, ούτε για μια στιγμή δεν γύρισε να τον κοιτάξει. 

Σαγήνευε τους άντρες

Είναι η παπαδιά αυτό που λένε τα δελτία ειδήσεων «γυναίκα-αράχνη»; Στο χωριό της υποστηρίζουν πως είναι. Ολοι ήξεραν, λένε, ότι είχε διπλή ζωή και ότι μπορούσε να σαγηνεύει τους άντρες, αλλά κανένας δεν μιλούσε ανοιχτά από σεβασμό στον παπά. Ο τρόπος που ντυνόταν, ο τρόπος που κοιτούσε, τα παπούτσια της, το μακιγιάζ της, τα μαλλιά της, όλα έδειχναν μια γυναίκα που δεν ταίριαζε στην εικόνα της σεμνής πρεσβυτέρας σ’ ένα ορεινό χωριό. Λένε ακόμη ότι τα τελευταία χρόνια άλλαξε, έλειπε, είχε αγριέψει. Στην απολογία της, λίγο πριν οδηγηθεί στα κρατητήρια του Πύργου -αφού προς το παρόν, τουλάχιστον, δεν υπάρχει χώρος για τους δύο κατηγορουμένους σε καμία φυλακή-, εκείνη υποστήριξε μια άλλη εκδοχή σχετικά με το πώς έγινε ο φόνος. Σύμφωνα με την απολογία της, ο συγκατηγορούμενός της Νίκος Παναγόπουλος ζήλευε τον παπά και ήθελε να τον σκοτώσει, ενώ την απειλούσε ότι, αν δεν τον ξεφορτωθούν, θα έκανε κακό στα παιδιά της. «Δεν ήξερα ότι ήθελε να τον σκοτώσει. Με εκβίαζε και νόμιζα ότι μόνο θα τον τρόμαζε, όχι ότι θα πυροβολούσε», ισχυρίστηκε. «Υπάρχουν μηνύματα που της έστελνε με απειλητικό χαρακτήρα. Της ζητούσε να φύγει μαζί του, εκείνη αρνιόταν κι έγινε αυτό που έγινε. Είχαν ερωτική σχέση, σύναψε δεσμό με τον λάθος άνθρωπο, που η ζήλια τού όπλισε το χέρι», είπε ο δικηγόρος της 43χρονης Δώρας Καρβελά, Απόστολος Λύτρας, υποστηρίζοντας ότι μέσα στους 4 μήνες που γνωρίζονται οι δυο συγκατηγορούμενοι εκείνη δεν θα μπορούσε να τον πείσει να σκοτώσει για χάρη της. 

Η Αστυνομία έχει κι άλλα ευρήματα να εξετάσει, ενώ περιμένουν ακόμη περισσότερα στοιχεία από τη νέα ιατροδικαστική εξέταση. Εναντίον της ασκήθηκε ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία από πρόθεση και άμεση συνέργεια. 

Στο χαρτί της αναγγελίας της κηδείας του παπα-Θανάση που έχει κολληθεί σε όλα τα χωριά του Δήμου Καλλιέων τα ονόματα των συγγενών που αποχαιρετούν τον πρεσβύτερο είναι των τριών παιδιών του, της νύφης του και της αδερφής του Εφης. Γι’ αυτούς είναι φανερό ποιος σκότωσε τον παπά. Ποιος έβαλε το όπλο στο χέρι του δολοφόνου. Και κανένας την ώρα της νεκρώσιμης ακολουθίας στη Μητρόπολη του Αμαρουσίου δεν ανέφερε το όνομα της παπαδιάς. Ούτε καν ψιθυριστά.

«Να σαπίσει στη φυλακή, να λιώνει κάθε μέρα μόνη της!

«Μου έφαγε τον αδερφό μου. Να σαπίσει στη φυλακή. Δεν θέλω να πεθάνει, ούτε να αυτοκτονήσει. Να λιώνει κάθε μέρα μόνη της. Μου σκότωσε τον αδερφούλη μου. Ας έφευγε. Ας τον χώριζε», είναι τα λόγια της Εφης Αυγεροπούλου, αδερφής του 52χρονου ιερέα Θανάση Αυγερόπουλου.

Σύμφωνα με την ίδια, η 43χρονη παπαδιά τής τηλεφώνησε λίγο μετά το φονικό για να την ενημερώσει για τη δολοφονία του αδερφού της. 

«Είχε το θράσος και με πήρε τηλέφωνο μετά τη δολοφονία του αδερφού μου για να μου πει πόσο με αγαπάει. Επίσης, μου είπε ότι την άφησαν χήρα με τρία παιδιά. Ολα αυτά μου τα έλεγε πριν ομολογήσει στην Αστυνομία. Κι εγώ τη συμπονούσα και λυπόμουν και για εκείνη και για τα παιδιά. Μου έλεγαν ότι εκείνη είναι η δολοφόνος και εγώ δεν το πίστευα. Μέχρι αργά το βράδυ της Δευτέρας της τηλεφωνούσα για να κάνει κουράγιο η μία στην άλλη και να την εμψυχώσω. Και εκείνη με κορόιδευε».

Οταν άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι της υπόθεσης, η αδερφή του αδικοχαμένου ιερέα, κυρία Εφη Αυγεροπούλου, ζήτησε από την πρώην κουνιάδα της να την εμπιστευτεί προκειμένου να λυθεί γρήγορα ο γρίφος της δολοφονίας. «Της είπα: “Δώρα μου, αν ξέρεις κάτι, πες το”. Εννοούσα, αν έχει εραστή και τον παράτησε, και εκείνος για αντίποινα σκότωσε τον αδερφό μου, εγώ θα τη στήριζα. Πού να φανταστώ ότι εκείνη βρίσκεται πίσω από αυτή τη φριχτή δολοφονία;». 

Επίσης, διευκρινίζει ότι η οικογένεια δεν διαθέτει μεγάλη περιουσία, παρ’ όλα αυτά η γυναίκα του αδερφού της δεν στερήθηκε τίποτα.

«Δεν έχουμε περιουσία.Είμαστε φτωχή οικογένεια. Παρ’ όλα αυτά, ο αδερφός μου δεν της στέρησε τίποτα. Ο,τι μπορούσε της το πρόσφερε. Φόραγε τα καλύτερα ρούχα. Δεν ψώνιζε εκείνος για τον εαυτό του για να έχει η κουνιάδα μου τα πάντα. Την πρόσεχε πολύ. Ακόμα και την ταβέρνα που διατηρούσαν στο χωριό την έφτιαξε ο αδερφός μου και την έγραψε στο όνομά της. Δικό της ήταν και το αυτοκίνητο».Οσον αφορά στα παιδιά του ιερέα, η ίδια αναφέρει: «Θα γίνουν δικά μου παιδιά. Και το εγγόνι που περιμένει η δολοφόνος του αδερφού μου θα γίνει δικό μου εγγόνι».

Πηγή: protothema.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου